´Εμιλυ Ντίκινσον…. Η ποιήτρια που δεν άντεχε να ζει φωναχτά.

της Βασιλικής Τσούνη

Nodus - Κατασκευή Ιστοσελίδων & E-shop, Digital Marketing - Προώθηση στα Social Media

Η κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια του 19ου αιώνα, η οποία ανέτρεψε τα λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής της, αψηφώντας τους συμβατικούς κανόνες της ποίησης. Δεν εξέδωσε έργα της, αν και είχε πολλές ευκαιρίες και δυνατότητες ίσως επειδή ο τρόπος γραφής της, το » μέτρο» δεν γινόταν αποδεκτό και εκείνη ίσως να μην ήθελε να το αλλάξει.

 

Ήταν η «μοναχή» του  Αμχερστ, μια λευκοντυμενη φιγούρα που επέλεξε την απομόνωση για τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής της. Μια παθιασμένη γυναίκα που μέσα από τις λέξεις της αγάπησε όσο ποτέ άλλοτε κι ας πληγώθηκε αρκετά. Μια γυναίκα «μύθος » που δεν στάθηκε τους νόμους της εποχής της και δεν αιχμαλωτίστηκε στους θρησκευτικούς κανόνες.

 

Μέσα από τα ποιήματα της και τις επιστολές της, αποκαλύπτεται μια τελείως διαφορετική Έμιλυ. Μια γυναίκα ικετευτικη, απαιτητική, τρομαγμένη , ανοιχτομυαλη και σκλάβα. Μια γυναίκα που αποκαλύπτεται, αποκρύπτεται και εξελίσσεται . Το μόνο σίγουρο είναι πως πάντα μας εκπλήσσει…

 

Οι επιστολές της πολλές. Βρέθηκαν μετά τον θάνατο της και αριθμούνται σε 1054, οι οποίες καλύπτουν ένα χρονικό φάσμα 50 χρόνων . Υπήρξαν όμως πολλοί που έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να καταστραφούν οι επιστολές αυτές για ευνόητους λόγους.

 

Τι κάνει τις επιστολές τόσο σημαντικές; Πέρα από το γεγονός πως χρονικά καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και παρέχουν πληροφορίες — όσες επιθυμεί η Ντίκινσον — στους παραλήπτες — αναγνώστες της, αποτυπώνουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της, περιγράφουν με ευγλωττία και παραστατικότητα τις καθημερινές της φοβίες, τις προσωπικές της μάχες, τις ήττες και τις νίκες της, τη σταδιακή της απομάκρυνση από τον υπόλοιπο κόσμο, τη χαρά και την απόγνωσή της, τον κυκλοθυμικό της χαρακτήρα.

 

Δεδομένου πως από το 1860 δεν έβγαινε από το σπίτι του Πατέρα της, οι επιστολές αποτελούσαν για εκείνη τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας με τους εκλεκτούς της, τον ομφάλιο λώρο της με την κοινωνία. Άλλες ήταν πολυσέλιδες, δυσνόητες επιστολές με τις οποίες ζητούσε λογοτεχνική επιβράβευση ή ενθάρρυνση, άλλες ήταν τρυφερές επικλήσεις για πνευματική συντροφικότητα, επιβεβαίωση πως υπήρχε κάπου μια αδελφή ψυχή που δεν θα την ξεχνούσε. Στις εξαδέλφες της, όταν πέθανε ο πατέρας τους, έγραψε πως αφού δεν μπορεί να προσευχηθεί, τραγουδά για εκείνες και τους στέλνει ένα ποίημα. Ο κάθε παραλήπτης ικανοποιούσε και κάποια διαφορετική πνευματική ή συναισθηματική της ανάγκη και γι’ αυτό η ίδια επιζητούσε να κάνει την ανάλογη εντύπωση και υιοθετούσε και το αντίστοιχο ύφος.

 

Ο αδελφός της, ο Όστιν, μετά τον θάνατο  της «…χαμογελά. Λέει πως δίχως αμφιβολία η Έμιλυ υποκρινόταν σε εκείνες τις επιστολές, την ξέρει πολύ καλά, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, κανείς άλλος δεν την ξέρει τόσο καλά όσο αυτός». Δεν συμμερίζεται κανείς όμως εύκολα τη βεβαιότητα του, αφού όπως αποδεικνύεται διέφυγαν της προσοχής του όχι μόνο σημαντικά συμβάντα στη ζωή της μα και το μέγεθος της διάνοιάς της και του έργου της. Ωστόσο, η Έμιλυ πράγματι υιοθετούσε κάποια «πανούργα μεταμόρφωση» και υποδυόταν κάποια πτυχή της προσωπικότητάς της κάθε φορά που έγραφε ανάλογα με τα συναισθήματα που επιθυμούσε να διεγείρει, την εντύπωση που ήθελε να δημιουργήσει, την αντίδραση που επεδίωκε να προκαλέσει.

 

Επιπλέον οι επιστολές θεωρούνται «το υφολογικό εργαστήριό της» κυρίως κατά τη δεκαετία του 1850. Αποτελούσαν το μέσο για την εξερεύνηση της ζωής και της ανάπτυξης δεξιοτήτων που θα έβρισκαν το δρόμο τους στην τέχνης της. Εκεί «εξερεύνησε τα λογοτεχνικά της αποθέματα και προσδιόρισε τη θεματολογία της, τον τόνο και τις καλλιτεχνικές στρατηγικές» που θα χαρακτήριζαν την ποίηση της.

 

 

 

 

Επιστολή 562 προς τον Ότις Λορντ, πιθανόν 1878

 

Δεν το ξέρεις πως είσαι πιο ευτυχισμένος όταν παρακρατώ και δεν χορηγώ – δεν ξέρεις πως το «Όχι» είναι η πιο ατίθαση λέξη που εμπιστευόμαστε στα χέρια της Γλώσσας;

Το ξέρεις, αφού όλα τα ξέρεις – [το πάνω μέρος της σελίδας κομμένο]…να πλάγιαζα τόσο σιμά στον πόθο σου — να τον άγγιζα καθώς περνούσα, αφού είμαι ανήσυχη στον ύπνο και συχνά θα ταξίδευα μακριά απ’ την Αγκάλη σου όλη την ευτυχισμένη νύχτα, μα εσύ θα με σήκωνες ψηλά και θα με ‘παιρνες πίσω, έτσι δεν είναι, αφού μόνο εκεί αποζητώ να βρίσκομαι – λέω, αν αισθανόμουν τον πόθο κοντύτερα – απ’ ότι στο αγαπημένο μας παρελθόν, ίσως να μην μπορούσα να αντισταθώ να τον ευγνωμονήσω, μα πρέπει, επειδή θα ήταν το σωστό

Η «Αναβαθμίδα» είναι του Θεού – Γλυκέ μου – για τη δική σου μεγάλη χάρη – όχι για τη δική μου – δεν θα σε αφήσω να περάσεις απέναντι – μα είναι όλη δική σου, κι όταν είναι σωστό, θα σηκώσω τις Μπάρες, και θα σε εναποθέσω στα Βρύα – Εσύ μου έδειξες τη λέξη.

Ελπίζω να μην έχει διαφορετική αμφίεση φτιαγμένο απ¢ τα χέρια μου. Είναι Αγωνία που σου την κρύβω εδώ και καιρό το να σε αφήσω να με αφήσεις, πεινασμένη, μα ζητάς τη θεϊκή Κόρα κι αυτό θα καταδίκαζε το Ψωμί.

Εκείνο το ερημικό Λουλούδι

Στολίσου — [το φύλλο έχει κοπεί]

Διάβαζα ένα βιβλιαράκι – επειδή μου ράγισε την Καρδιά θέλω να ραγίσει και τη δική σου – Θα το θεωρήσεις δίκαιο; Το διαβάζω συχνά, μα όχι αφότου σε αγάπησα – μου φαίνεται πως αυτό κάνει τη διαφορά – κάνει τη διαφορά σε όλα. Ακόμα και το σφύριγμα κάποιου Αγοριού που διαβαίνει αργά τη Νύχτα ή το Χαμηλό [;] κάποιου Πουλιού – [το φύλλο είναι κομμένο] Σατανάς» — αλλά και πάλι αυτά που δεν έχω ακούσει είναι η γλυκιά πλειονότητα – η Βίβλος λέει πολύ σκανταλιάρικα, πως ο «ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρμένοι οὐ μὴ πλανηθῶσι»•  τι λέει για την «πεπλανημένη» Γυναίκα; Ρώτα τη ερεθισμένη σου Γραφή.

Μπορεί να σε εκπλήσσει που μιλώ για το Θεό – τον γνωρίζω ελάχιστα, μα ο Θεός Έρωτας δίδαξε τον Ιεχωβά σε πολλές αμόρφωτες Διάνοιες – η Μαγεία είναι σοφότερη από εμάς –

 

Η Έμιλι έζησε απομονωμένη στο δωμάτιο της μέχρι το θάνατο της. Σπάνια έβγαινε από το σπίτι κι ερχόταν σε επαφή με ελάχιστους ανθρώπους, οι οποίοι όμως την επηρέασαν σε μέγιστο βαθμό στην ποίηση και το τρόπο σκέψης της. Το 1854, γνώρισε τον πάστορα Τσαρλς Γουάντσγορθ σε ένα ταξίδι στην Φιλαδέλφεια. Ορισμένοι κριτικοί πιστεύουν ότι οι ρομαντικοί στίχοι των ποιημάτων της τα επόμενα χρόνια προέρχονταν από τον πλατωνικό έρωτα της για τον πάστορα, ωστόσο η ίδια τον αποκαλούσε «τον πιο κοντινό της άνθρωπο πάνω στη γη».

 

 

ΑΓΡΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

 

Άγριες νύχτες – Άγριες νύχτες!

Αν ήμουν μαζί σου

Οι Άγριες νύχτες θα ήταν

Η απόλαυση μας

Μάταιοι οι άνεμοι

Για μια καρδιά σε λιμάνι

Αρκετά με την Πυξίδα

Αρκετά με τους Χάρτες

Κωπηλατώντας στην Εδέμ

Αχ! η Θάλασσα!

Μονάχα να προσόρμιζα

Απόψε Σ’ εσένα!

 

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ

 

Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως

Να `χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.

Σκληρή μου δόθηκε, πικρή και άδικη μοίρα.

«Βασίλισσα του Γολγοθά» για τίτλο πήρα,

κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,

κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα

που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,

όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.

Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει

και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.

Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι

δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.

Τριπλή νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.

«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι μ` ένα σκοπό που κι η ψυχή τους τραγουδάει.

Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός;

Ποιός μου απαντάει;

 

 

 

Μόλις το 1994 ο Harold Bloom, επικυρώνοντας καθυστερημένα την είσοδό της στο Δυτικό Κανόνα, τη θεωρεί ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης» (Bloom 1994, 295) και αναγνωρίζει ότι «δεν υπάρχει κανένας κριτικός που να στέκεται στο ύψος των διανοητικών της αξιώσεων και ούτε πρόκειται να υπάρξει» (Bloom 1994, 292). Αλλά και ο Alfred Kazin, στο μείζον έργο του An American Procession, σημειώνει ότι «ήταν η πρώτη νεωτερική συγγραφέας που έβγαλε η Νέα Αγγλία» (Kazin 1984, 164).

 

Ανοίξτε την ψυχή σας, διαβάστε τις λέξεις, τα ποιήματα της, αφουγκραστειτε τους χτύπους της καρδιάς σας που θα χτυπούν δυνατά και τότε μονάχα τότε θα καταλάβετε την μαγεία της ψυχής της.

 

Βασιλική Τσούνη – Συγγραφέας