Κύριος και Ιός και Πνεύμα

Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης θα προσπαθήσω να είμαι όσο επιεικής γίνεται.
Το φαινόμενο πανδημίας πια, ενός κορωναίου ιού (εν προκειμένω του covid-19 ή κοροναϊού όπως είναι πιο γνωστός στη χώρα μας), έχει γίνει η αφορμή για μια ακόμη εμφυλιακή διαμάχη ανάμεσα στο εκκλησίασμα και σε ανήσυχους ή ανευθυνοϋπεύθυνους πολίτες. Το μέγεθος της βλακείας πολλών, εκατέρωθεν, φτάνει σε μεγέθη που το αντίστοιχο της προσφυγικής κρίσης ωχριά.
Σκοπός μου δεν είναι να πάρω θέση στους αστεϊσμούς ή να εξάγω συμπεράσματα, κυρίως γιατί το θέμα είναι πολύ σοβαρό, καθώς επίσης είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Πάραυτα, θα προσπαθήσω να μεταδώσω το μήνυμα που η νοημοσύνη μου έχει αγκαλιάσει.
Το “σύμβολο της πίστης”, αποτελεί την κύρια δήλωση της πίστης εις τον θεό. Δεν είναι προσευχή, δηλαδή δεν επιζητούμε την ευχή του θεού όπως για παράδειγμα το “πάτερ ημών…”, είναι ξεκάθαρη δήλωση της πίστης μας σ’ Αυτόν.
Στο “σύμβολο της πίστης” λοιπόν, που ξεκινά “Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων…”, δηλώνουμε την πίστη μας στον Κύριο τον έναν,τον παντοκράτορα, αυτόν που εποίησε, που έπλασε δηλαδή με το φως του, το πνεύμα του, τον ουρανό και τη γη και δίνοντας ζωή σε όλα τα ορατά και όλα τα αόρατα σε μας. Δηλώνουμε την πίστη μας στον πατέρα (μ αυτό το τελευταίο θα ασχοληθώ άλλη φορά, για τούτο το βάζω τελευταίο) μας, στον πλάστη μας, στον μοναδικό δωρητή της ζωής μας.
Το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, γιατί περί δόγματος πρόκειται κι όχι για ξέχωρη θρησκεία, διακατέχεται από δογματισμό, κύριο χαρακτηριστικό των δογμάτων. Δογματισμός είναι ο μονόδρομος που καλείται να διαβεί ο πιστός, προκειμένου να λάβει τη Θεία χάρη, ώστε η ψυχή του κι όχι το σώμα του να σωθεί, να αναπαυθεί και στη συνέχεια, να αναστηθεί όταν λάβει χώρα η δεύτερη παρουσία του θεού στη γη (η πρώτη παρουσία είναι αυτή που το ίδιο “σύμβολο της πίστης” συμπληρώνει : “Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς Γραφάς…”, μέσω της φυσικής παρουσίας του Υιού του Θεού στη γη).
Το “σύμβολο της πίστης”,σύμφωνο πάντα με το εν λόγω δόγμα, καταλήγει :”Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος…”
Δηλαδή, δηλώνω την πίστη μου στο δόγμα αυτό, μέσα από τη μοναδική άγια, την καθολική και αποστολική Εκκλησία. Το ομολογώ αυτό με το βάπτισμα μου στο συγκεκριμένο δόγμα, που το πράττω ώστε οι αμαρτίες μου να συγχωρεθούν. Αναμένω με ζέση, προσδοκώ την δεύτερη παρουσία του Θεού μέσα απ τη σωτηρία της ψυχής μου στο διηνεκές, βαπτιζόμενος στο δόγμα ετούτο.
Η Εκκλησία ετυμολογείται από το ρήμα εκ-καλώ, με χρήση του θέματος από το επίθετο έκκλητ-ος. Εκκαλώ σημαίνει προσκαλώ άτομα εκ του συνόλου να σχηματίσουν ομάδα. Αποτέλεσμα αυτής της έκ-κλησης, ο σχηματισμός σύναξης, συνέλευσης. Με τη λέξη Εκκλησία περιγράφεται τόσο η διαδικασία της συνέλευσης, όσο και το αποτέλεσμά της (εκκλησία του δήμου).
Μέσα από το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα Εκκλησία είναι η Βασιλεία του Θεού, που ο Ιησούς Χριστός θεμελίωσε στη γη για την πραγμάτωση της Θείας Βούλησης και σημαίνει Κοινωνία ανθρώπων, οι οποίοι με την πίστη τους στον Ιησού αποτελούν μέλη της.
Συνεπώς εκείνο που κάνει κάποιον πιστό στο Θεό σύμφωνα πάντα με το δόγμα αυτό, είναι η δήλωση της πίστης, μέσω της εμβάπτισής του, κατατάσσοντάς τον ως ίσο μέλος της κοινωνίας ανθρώπων που ακολουθούν την έκκληση στο δόγμα. Ισότιμο μέλος της εκκλησίας που βαδίζει τον μονόδρομο που το δόγμα προτάσσει,για τη σωτηρία της ψυχής του.
Ενώ λοιπόν, μέχρι εδώ, όλα είναι απλά και κατανοητά, από δω και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να περιπλέκονται. Την κύρια συμβολή σε αυτή την περιπλοκότητα, έχει ο κλήρος. Ο κλήρος λοιπόν, το σύνολο των ιερέων που το δόγμα έχει επιλέξει να τελούν τα μυστήρια της εκκλησίας, μεταδίδοντας το λόγο του Κυρίου, έχει δημιουργήσει έναν φαρισσαϊκό οργανισμό, όπου ενώ στον λόγο του Θεού, δεν αναφέρεται πουθενά, εν τούτοις, έχει αναλάβει δράση, “αποδίδοντας” τον λόγο σύμφωνα με τις γήινες ανάγκες του δόγματος και όχι σύμφωνα με τη θεϊκή επιθυμία. Το δόγμα, ο μονόδρομος, δημιουργεί τις συνθήκες ώστε εις πάντας τους αιώνας, να παραμείνει ζωντανό το δόγμα αυτό στη γη, αφήνοντας ή αποδίδοντας το λόγο του Κυρίου για σωτηρία της ψυχής των πιστών και την αιώνια ζωή σε δεύτερη μοίρα. Το δόγμα έχει δημιουργήσει ιεραρχία, έναντι στο θέλημα του Κυρίου για ισονομία στο εκκλησίασμα. Ο κάθε πιστός οφείλει να δέχεται αδιαμαρτύρητα το θέλημα της ιεραρχίας του κλήρου του δόγματος, ανεξάρτητα της δήλωσης της πίστης του και την βάπτισή του προς άφεση αμαρτιών, σε σημείο που αν διαφωνεί και το δηλώνει να διώκεται απ’ την εκκλησία, απ την πρόσκληση δηλαδή για τη δημιουργία συνάθροισης κοινωνίας ανθρώπων σύμφωνα πάντα με το λόγο του Θεού.
Όταν, σύμφωνα με τις γραφές, ο προφήτης της έλευσης του Υιού του Θεού, Μωυσής, κατήλθε του όρους με τις δέκα εντολές του Κυρίου, βρήκε το εκκλησίασμα να έχει αποσκιρτήσει της πίστης και της λατρείας στον Έναν και μοναδικό Θεό και αντί αυτού να επιδίδεται σε βλάσφημες πράξεις, τελετές και λατρείες, ειδώλων και συμβόλων. Το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, καίτοι δημιουργήθηκε ώστε να μεταλαμπαδεύσει το πνεύμα, εντούτοις, συνετέλεσε τα μάλα, ώστε ο μονόδρομος της πίστης να διέρχεται μέσα απ την λατρεία συμβόλων και ειδώλων, αφήνοντας το πνεύμα σε μαρασμό.

Ερχόμενοι λοιπόν στις μέρες μας, παρατηρούμε σωρεία δογματικών παραβιάσεων του λόγου του Θεού και την μαζική αντικατάσταση του πνεύματος απ την ύλη. Οι πιστοί πλέον, σύμφωνα με τις διδαχές του δόγματος κι όχι του λόγου του Θεού, ασπάζονται μετά μανίας όλα όσα το δόγμα, μέσω της ιεραρχίας του κλήρου διατάσει. Τα παραδείγματα είναι καθημερινά και άπειρα. Τελούντες υπό διαρκή σύγχυση οι “πιστοί” (εντός εισαγωγικών πλέον) του Θείου λόγου, ένεκα της ανοησίας ή του υλικού κέρδους της ιεραρχίας του κλήρου, έχουν παντελώς απομακρυνθεί απ την ουσία που το δόγμα κατέστει αρχικώς αποδεκτό. την μεταλαμπάδευση, δηλαδή, του πνεύματος του Ενός ,του Μοναδικού Δημιουργού των πάντων, του ποιητή των ορατών και των αοράτων, του φωτός Αυτού
Πλέον ευρισκόμενοι εν μέσω πανδημίας του ιού, όπως είπαμε στην αρχή, το ίδιο το ιερατείο του δόγματος, καλεί τους πιστούς να λάβουν μέρος στο συμβολισμό της θείας μετάληψης, με τη φυσική παρουσία αυτών στους ναούς της λατρείας του Κυρίου. Δηλώνουν δε, απροκάλυπτα και ξεδιάντροπα, πως ο συμβολισμός της θείας μετάληψης, το ανάμα ζεσταμένο και απ αυτούς ευλογημένο, δύναται να θεραπεύσει όποιον το ζητήσει απ τον Κύριο και πως οι ίδιοι οι ιερείς πρώτοι θα καλέσουν τον Δημιουργό να πράξει. Όπως όμως γνωρίζουμε : «Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ 6 καὶ λέγει αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτόν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. 7 ἔφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου.» Δηλαδή πήρε ο διάβολος τον Χριστό και τον έβαλε πάνω στη στέγη απ’ το ναό και του είπε πήδα κάτω. Αν είσαι γιός Θεού, τότε θα σε σώσουν οι άγγελοι του. Και τότε του είπε ο Χριστός ότι δεν θα βάλεις σε πειρασμό τον Κύριον και Θεό σου.
Είναι έργο του διαβόλου να βάλει το Θεό να κάνει θαύματα. Να τον βάλεις σε πειρασμό. Η Θεοδικία απαγορεύεται!
Επιπλέον, η πνευματικότητα της πίστης εξασθενεί ακόμη περισσότερο και το φαινόμενο, να λατρεύονται τα σύμβολα κι όχι η ουσία πίσω απ αυτά, τιθασεύει, με αποτέλεσμα οι βαπτισμένοι με δήλωση τους πιστοί,να στρέφονται κατά βάση στην ειδωλολατρία. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως οι συμβολισμοί, όπως για παράδειγμα, τα λείψανα των αγίων, οι απεικονίσεις των σε τοιχογραφίες και ξύλινες επιφάνειες, τα σκαλιστά τέμπλα των ναών, οι σταυροί με ή χωρίς εσταυρωμένο, τα εξαπτέρυγα, τα χρυσόδετα βιβλία, τα άμφια των κληρικών κ.α, όπως και οι συμβολισμοί των μυστηρίων, τα στέφανα, τα πρόσφορα (αντίδωρα), η μετάληψη,ο αγιασμός όπως και οι παραβολές, το ίδιο το “σύμβολο” (το λέει και η λέξη) της πίστης, έχουν χρηστική σημασία, μόνο υπενθύμισης της ουσίας, του νοήματος που φανερώνουν. Η δράση αυτή καθαυτή του κλήρου να ωθεί στην λατρεία των συμβόλων το ποίμνιο, έχει απομακρύνει απ τους κόλπους της εκκλησίας, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες πιστούς, καθιστώντας αδύναμη την φωνή της. Πιστούς που ο Κύριος γνωρίζει πως είναι πιστοί.
Συνεπώς, κάθε ενέργεια του κλήρου και κάθε δράση του δόγματος να αγιοποιήσει τους συμβολισμούς, οδηγεί το ποίμνιο στο μονόδρομο της ειδωλολατρίας. Ο δρόμος του Κυρίου, είναι μόνο και αποκλειστικά πνευματικός και ως τέτοιος οφείλει να διδάσκεται και να προωθείται.
Για τούτο λοιπόν, καταλήγω, πως είναι η μοναδική ίσως ευκαιρία να επιδείξουμε αντάξιοι των περιστάσεων και της ουσίας της χριστιανικής λατρείας του Ενός , του Πατέρα, του Μοναδικού Θεού που μας έπλασε και μας εμφύσησε πνοή (δεν μας γέννησε) αντιλαμβανόμενοι πως υπεράνω όλων είναι η καλλιέργεια του πνεύματος, ως το Πνεύμα Το Άγιον το Ζωοποιόν. Η πίστη είναι πρωτίστως και αποκλειστικά πνευματική υπόθεση του πιστού, γιατί αυτό λέει, διδάσκει και επιθυμεί ο λόγος του Θεού. Εν προκειμένω λοιπόν, μα και γενικότερα, είναι δόκιμο να μην βάλουμε τον Κύριο στον πειρασμό, να θεραπεύσει έναν ιό, διότι γινόμαστε όργανα του σατανά που φθονεί την θεϊκή εξουσία. Είναι δόκιμο να αποφύγουμε τους πειρασμούς, ακόμα κι αν εκείνοι κατευθύνονται απ τον κλήρο. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε πως το πνεύμα, υπερυψούται της ύλης. Ο Θεός βλέπει, είναι πανταχού παρόν, γνωρίζει ποιος είναι πιστός και ποιος όχι.

Εκείνος ο πιστός που πιστεύει αληθινά, ΔΕΝ είναι απαραίτητο να λάβει μέρος στους συμβολισμούς γενικότερα, για να αποδείξει την πίστη του στον Κύριο.
Δύναται να μην μεταλάβει την θεία κοινωνία και είναι σαν να την έλαβε, για τον Κύριο που γνωρίζει ότι είναι πιστός. Οι αποδείξεις της πίστης, είναι δογματικό χαρακτηριστικό και ζητούνται απ το εκκλησίασμα, δεν αφορούν τον Κύριο. Ο Κύριος δεν ζητάει αποδείξεις για την πίστη κανενός. Είναι ο υπέρτατος κριτής κι έχει την συνολική γνώση και σοφία να κρίνει, πέρα απ τη δογματική δράση.
Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός. Δεν είναι απαραίτητο για το Θεό, να τον λατρέψεις στον ναό, ούτε να προσκυνήσεις/ασπαστείς εικόνα αγίου είναι απαραίτητο, ούτε οποιοδήποτε άλλο σύμβολο απόδειξης της πίστης σου. ο Θεός αντιλαμβάνεται ποιος τον πιστεύει και ποιος όχι γιατί είναι πνευματικός Θεός και όχι υλικό είδωλο.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα για τους υποτιθέμενους αγωγούς του δόγματος, τους ιερείς οιασδήποτε ιεραρχικής βαθμίδας, όπου καλούν τους πιστούς στους ναούς, για ξεκάθαρο υλικό κέρδος, ώστε να συντηρήσουν και να επαυξήσουν την επιβίωση των ιδίων και του δόγματος που υπηρετούν κι όχι τον λόγο του Κυρίου,όπως θα έπρεπε. Για το λόγο αυτό και μόνο, υπάρχει το “παγκάρι” και ο “δίσκος” των επιτρόπων. Για την υλική συντήρηση, κάτι όμως που δεν έχει καμία σχέση με την πνευματικότητα, με την ουσία του λόγου του Κυρίου.
Κρίνεται απαραίτητο, το ίδιο το εκκλησίασμα, το σύνολο δηλαδή των συναθροιζόμενων, κληρικών και πιστών, να παρακάμψει οριστικά ή έστω στην παρούσα επικίνδυνη καμπή της ανθρωπότητας, την υλική σχέση της ανάγκης εξαργύρωσης της δήλωσης της πίστης. Διαθέτει άλλωστε κάθε πλατφόρμα επικοινωνίας, δορυφορικά, ευρυζωνικά, καλωδιακά, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα για να μεταδώσει τις θείες λειτουργίες που λαμβάνουν χώρα στους ναούς. Οι αληθινοί πιστοί, δύνανται να μην παρευρίσκονται με τη φυσική τους παρουσία, μα μόνο με την πνευματική τους υπόσταση. Μοιάζει δύσκολο ,όμως κι ο ίδιος ο δρόμος που μας καλεί ο κύριος είναι δύσκολος.
Αν ο κάθε κληρικός καταφέρει να αντιληφθεί το νόημα των όσων γράφω και λέγω στο υπόψιν κείμενο, μεταλαμπαδευοντας το νόημα αυτό στο ποίμνιό, το δόγμα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης,αν μη τι άλλο, θα φτάσει να υπερτερεί πνευματικά έναντι όλων των δογμάτων και των αιρέσεων του χριστιανισμού, καθώς και έναντι όλων των άλλων θρησκειών πλην βουδισμού, ενώ κυρίως, ο Κύριος ημών θα είναι ευχαριστημένος.
Αμήν!