Οι Εκλογές Έρχονται, το Ξεβλάχιασμα Φεύγει;

Nodus - Κατασκευή Ιστοσελίδων & E-shop, Digital Marketing - Προώθηση στα Social Media

Ο Ερντογάν λοιπόν, αποφάσισε ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να οδηγήσει τη χώρα του σε εκλογές, μία ενέργεια που αυτόματα δημιουργεί σε εμάς ερωτήματα σχετικά με το πώς θα εξελιχθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη διεξαγωγή τους.

Σε πρώτο επίπεδο, πρέπει να επισημανθούν οι παράγοντες που οδήγησαν τον Ερντογάν σε αυτή την απόφαση. Τόσο καιρό αναφέρουμε ότι ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις συσπείρωσης του εκλογικού σώματος με τη ρητορική και τις ενέργειές του, με σκοπό αυτή να εξαργυρωθεί στην κάλπη όταν απαιτηθεί. Όπως φαίνεται, η νίκη στο Αφρίν, παρά τον αιματηρό της απολογισμό, δηλαδή το κόστος που πλήρωσε η  χώρα του, του έδωσε κάποιες απαραίτητες εκλογικές μονάδες.

Ένα δεύτερο στοιχείο, ήταν η διολίσθηση της τουρκικής λίρας, η οποία δημιουργούσε καταστάσεις ασφυξίας στην οικονομία. Γνωρίζοντας ότι αν η υποτίμηση του νομίσματος συνεχιστεί για καιρό, ο ίδιος θα αντιμετωπίσει σοβαρότατο θέμα στο εσωτερικό και συνεκτιμώντας όλους τους άλλους παράγοντες, οδηγήθηκε στην απόφαση των εκλογών. Το μήνυμα φυσικά ήρθε αμέσως, όταν με την προκήρυξη των εκλογών, η λίρα ενισχύθηκε.

Ακόμη, ο Ερντογάν μπήκε σε διαδικασία ανατολίτικου παζαριού και με τον σύμμαχό του πλέον, εθνικιστή Μαχτσελί, ο οποίος φαίνεται ότι τον πίεσε για πρόωρες εκλογές στα τέλη του καλοκαιριού. Η εκτίμηση είναι ότι και οι δύο μαζί είχαν αρχικά, στο μυαλό τους να εκμεταλλευτούν τον περιορισμό του εκλογικού νόμου, για δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές, μόνο σε κόμμα που έχει πραγματοποιήσει του συνέδριό του τουλάχιστον 6 μήνες πριν από αυτές, ώστε να αφήσουν εκτός διαδικασίας το «καλό κόμμα» της (επίσης) εθνικίστριας Ακσενέρ. Οι τελευταίες όμως πληροφορίες, δείχνουν ότι η Ακσενέρ θα συμμετάσχει κανονικά, ίσως και υπό το φόβο, ότι αν την αποκλείσουν θα ενισχυθεί αντιπολιτευτική ρητορική περί του αντιδημοκράτη Ερντογάν.

Τέλος, ο Ερντογάν κατανοεί ότι ο χρόνος δεν είναι με το μέρος του σε ότι αφορά το εσωτερικό της χώρας, με την αντιπολίτευση να του ασκεί σφοδρή κριτική για όλο το φάσμα των επιλογών του.

Το ζήτημα λοιπόν, είναι το πώς βλέπουμε να εξελίσσονται οι διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας σε αυτό το διάστημα. Ουσιαστικά, δεν αναμένεται να μεταβληθούν. Οι αυξημένη ένταση που υπάρχει κατά τους τελευταίους μήνες θα διατηρηθεί στο ίδιο περίπου επίπεδο, εκτός αν προκληθεί αυτό που έχει επαναληφθεί πολλές φορές σε επίπεδο δηλώσεων: ένα «ατύχημα». Αν δηλαδή, σε μία κατάσταση παραβίασης του εθνικού χερσαίου, θαλάσσιου ή εναέριου χώρου, μία ενέργεια – γεγονός, οδηγήσει σε κλιμάκωση.

Κάτι τέτοιο, μέχρι σήμερα έχει αποφευχθεί για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, στην πρόσκρουση επί του πλοίου του λιμενικού, θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρξει απάντηση με πυρά. Επιπλέον, η κλιμάκωση δεν γνωρίζουμε σε ποιο σημείο θα σταματήσει και αυτό γιατί πάλι μπαίνουμε σε συνθήκες ρευστότητας. Δηλαδή, αν στο παραπάνω παράδειγμα το ελληνικό πλοίο εκτελούσε πυρά προς το τουρκικό, που θα οδηγούμασταν; Σε υποχώρηση του τουρκικού πλοίου και καταγγελία της Ελλάδας από την πλευρά της Τουρκίας στους Διεθνείς Οργανισμούς; Σε ανταπόδοση πυρών; Σε «θερμό» επεισόδιο τοπικού χαρακτήρα; Σε εμπόλεμη σύρραξη;

Όμως αγαπητοί φίλοι, τα παραπάνω δεν αποτελούν μία κατάσταση που διαμορφώθηκε τους τελευταίους 2 μήνες. Αυτή είναι η μόνιμη κατάσταση στα Ελληνοτουρκικά εδώ και δεκαετίες, άλλοτε λίγο πιο χαμηλής άλλοτε λίγο πιο αυξημένης έντασης. Το γεγονός ότι δύο συμπατριώτες μας στρατιωτικοί έχουν συλληφθεί και κοντεύουν να συμπληρώσουν 2 μήνες ως κρατούμενοι, χωρίς – το τονίζω – να τους έχει απαγγελθεί κατηγορία, ήταν απλώς μια καλή αφορμή να αφυπνιστούμε σοβαρά και να αναζητήσουμε μια καλύτερη πληροφόρηση.

Βλέπεται, στην Ελλάδα κάποτε πανηγυρίζαμε, διότι κάποιοι εντέχνως μας «τάισαν» το παραμύθι ότι «τώρα με την ΟΝΕ, δεν μας πειράζει κανένας». Και εμείς ως πολίτες, αποφασίσαμε ότι είχε έρθει η ώρα του «ξεβλαχιάσματος» (έτσι με πληροφόρησαν ότι ονομάστηκε) για εμάς. Ο πολίτης δηλαδή, της χώρας που γέννησε τον Θουκυδίδη, πίστεψε ότι το βάρος της υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, μπορεί να απασχολήσει κάποιον πολίτη άλλης χώρας, επειδή μας συνδέουν το κοινό νόμισμα και ένα ποσοστό οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Τα πράγματα όμως, δεν έχουν καθόλου έτσι. Και πρέπει και εμείς ως πολίτες να καταλάβουμε ότι, λόγω γεωγραφικής θέσης αλλά και προβληματικού γείτονα, πάντα με ψυχραιμία (αυτό το τονίζω), οφείλουμε να επαγρυπνούμε. Ακόμα δε περισσότερο να αποφασίσουμε τελικά, ποιος είναι ο ρόλος μας απέναντι σε αυτό που ονομάζεται πατρίδα. Αν είναι δηλαδή, το μασκαρευόμαστε και να το παίζουμε Μακεδονομάχοι, απέναντι σε διαλυμένα κράτη ή αν θα έχουμε έναν πραγματικά ενεργό ρόλο στην κοινωνία. Θα προτιμούσα σε αυτή την φάση να μην προχωρήσω τη σκέψη μου, όχι φυσικά από τον φόβο του να παρεξηγηθώ ή να χαρακτηρισθώ πολιτικά, αλλά προσδοκώντας ειλικρινά, να ερεθίσω την σκέψη όλων μας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα παραθέσω μόνο μία δήλωση του κ. Σάββα Καλεντερίδη σε μεγάλο τηλεοπτικό σταθμό, πριν από περίπου 1 μήνα: «Στην τελευταία ΕΣΣΟ, δεν θέλω να πω αριθμό, είναι πολλαπλάσιος, υπερπολλαπλάσιος ο αριθμός των Ελληνόπουλων που ζητούν να εξεταστούν από ψυχίατρο και να πάρουν τρελόχαρτο, επειδή βλέπουν να συγκεντρώνονται τα σύννεφα. (…) Θερίζουμε αυτά που σπείραμε τόσα χρόνια. Δεν λέω ότι πρέπει να γίνουμε μια μιλιταριστική κοινωνία» (εκπομπή «Ακραίως», ΣΚΑΙ, 25/3/18).

Άρης Δούμπος

(www.twitter.com/aris_dou)