Πώς τα φέρνει η ζωή λοιπόν, παράξενη καθώς είναι

Σκεφτόμουν ότι 30 χρόνια πρίν, όταν ήμουν ακριβώς στην ηλικία του γιού μου, μαθητής Γυμνασίου, είχαμε άλλη μιά οπισθοδρομική επίθεση στην Παιδεία και στο δημόσιο σχολείο από τον Κοντογιαννόπουλο τότε ώς Υπουργό Παιδείας στη θέση της Κεραμέως. Τον Κοντογιαννόπουλο, τον βουλευτή ΝΔ που λίγα μόλις χρόνια μετά την παραίτηση του τον επανέφερε, όλως τυχαίως, από την πολιτική αφάνεια στην επιφάνεια ο Σημίτης και ψηφίστηκε κιόλας ώς βουλευτής Πασόκ. Κοντογιανόπουλος λοιπόν τότε Υπουργός Παιδείας στη θέση της ηγουμένης σήμερα στο Υπουργείο Θρησκευμάτων και κατ’επίφασην Παιδείας Νίκης Κεραμέως, και με τον μπαμπά Μητσοτάκη τότε στη θέση του σημερινού πολυχρονεμένου μας ηγέτη, Παραθεριστή, χαμένου διδύμου του Mr. Bean, ΠΘ, Μωυσή και αυτοκράτορα του σύμπαντος και πασών των τηλεκαταναλωτών νεοφιλελέ ακροδεξιάς προπαγάνδας Κούλη-Κυριάκου Μητσοτάκη του Β’.

Τότε θυμάμαι ότι είχα γίνει έξω φρενών με τον νόμο Κοντογιαννόπουλου για την Παιδεία που περιελάμβανε εξοντωτικές γραπτές εξετάσεις για προαγωγή από τη μία βαθμίδα στην επόμενη, πράγμα που με είχε κάνει να παραλύσω κυριολεκτικά από το άγχος, αν και άριστος μαθητής σύμφωνα με τους καθηγητές και τους βαθμούς μου και όχι σύμφωνα με την σημερινή έννοια του «άριστου» τύπου «σκόιλ ελικικού» που εισήγαγε αυτή η κυβέρνηση και τα κυρίαρχα ΜΜΕ που σιτίζονται από αυτήν. Το πιό ακραίο όμως και παντελώς ανεκδιήγητο και οπισθοδρομικό μέχρι και σήμερα στα μάτια και στα αυτιά μου που προέβλεπε εκείνο το σχέδιο της τότε ΝΔ για την Παιδεία ήταν η ιδεά της επαναφοράς της σχολικής ποδιάς, όπως και της έπαρσης και υποστολής της σημαίας, του υποχρεωτικού εκκλησιασμού κάθε Κυριακή και της προσευχής καθημερινά λές και οι μαθητές έπρεπε για κάποιο λόγο να νιώθουμε και να συμπεριφερόμαστε ώς στρατιωτάκια.

Αυτά είχαν εντυπωθεί πιό έντονα στο παιδικό μου μυαλό και αυτά θυμάμαι από εκείνη την ταραγμένη περίοδο. Και τα θυμάμαι πολύ έντονα γιατί δεν τα αφήσαμε έτσι. Δεν τα αφήσαμε στην τύχη. Είμαστε αυτή η «καταραμένη» για τους υπερσυντηρητικούς κάθε απόχρωσης μα περήφανη γενιά των «καταλήψεων». Τους ενοχλεί πολύ όλο αυτό γι’αυτό και τη βάφτισαν έτσι. Χαρά μας όπως και να έχει. Τους ενοχλεί γιατί εκείνη η γενιά δεν έμεινε απαθής, όπως δεν έμειναν και άλλες πρίν από αυτή. Οργανώθηκε από το πουθενά, ύψωσε το ανάστημα της, βγήκε στο δρόμο και διεκδίκησε τα αυτονόητα. Άλλοι, μεγαλύτερης ηλικίας τότε, είχαν απόλυτη και βαθιά επίγνωση του τί ήταν όλο αυτό που έφερνε η τότε κυβέρνηση. Άλλοι, όπως εγώ, ήμασταν ακόμα πολύ μικροί για να επεξεργαστούμε όλο το μέγεθος του τί ήταν εκείνο το σχέδιο της ΝΔ του Μητσοτάκη, ωστόσο νιώθαμε το παράλογο της καταφανέστατης οπισθοδρόμησης να μας πνίγει. Η κινητοποίηση εκείνης της περιόδου για την Παιδεία από εκπαιδευτικούς, φοιτητές, μαθητές και γονείς σε συνδυασμό με την οικονομική λαίλαπα του μπαμπά Μητσοτάκη και την συνακόλουθη πόλωση κατέληξε στην ήττα της κυβέρνησης και την υπαναχώρηση της μετά τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα από τον δημοτικό σύμβουλο και επικεφαλής της ΟΝΝΕΔ στην Πάτρα Καλαμπόκα. Η ιστορία γνωστή. Τα φιλικά στην ΝΔ ΜΜΕ να κατακεραυνώνουν τις κινητοποιήσεις των «τεμπέληδων» (κλασική ατάκα) εκπαιδευτικών και των «ανώριμων» μαθητών προσπαθώντας να φτιάξουν κλίμα, ο καθηγητής Τεμπονέρας νεκρός, ο Μίκυ Θεοδωράκης, βουλευτής επικρατείας ΝΔ τότε να μιλά για προβοκάτσια του Πασόκ (!!!) για να πέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, και ο Καλαμπόκας να βγαίνει μετά από μόλις 7 χρόνια από τη φυλακή και να τοποθετείται κατόπιν και διευθυντής σε Τράπεζα. Λογικά και κυρίως βαθιά «νεοελληνικά» πράματα πράματι.

Γιατί τα θυμάμαι τώρα εγώ όλα αυτά. Τα θυμάμαι γιατί μας βλέπω πάλι στο ίδιο έργο θεατές. Σαν να μή πέρασε μιά μέρα. Όχι 30 χρόνια. Ούτε κάν μιά μέρα. Διαφορετικά τεχνικά ζητήματα, διαφορετικοί πρωταγωνιστές, ίδια όμως πάντα ουσία. Αστυνόμευση, οπισθοδρόμηση, κοινωνικός αυτοματισμός, οικονομική καταιγίδα, προπαγάνδα, συνειδητή κεντρική κυβερνητική επιλογή της διόγκωσης των κοινωνικών ανισοτήτων παντού και το κύριο εργαλείο αυτού πάντα η Παιδεία. Το μέλλον. Οι κάμερες στα σχολεία είναι μόνο ένα, αλλά δείχνει τον δρόμο. Τον έχουμε ξαναδεί.

Αντισυνταγματικό; Προφανώς. Παραβιάζει τη διεθνή αλλά και τη νομοθεσία της Ε.Ε. και ειδικότερα επί των θεμάτων GDPR και παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα; Εδώ ταιριάζει και εκείνο που λένε για το τί κάνει ή δεν κάνει η αρκούδα στο δάσος. Πάμε όμως παρακάτω. Χαλκεύει τις δημοκρατικές αρχές και ελευθερίες; Υπονομεύει την ψυχική υγεία των υποκειμένων που τίθενται σε συνεχή παρακολούθηση ώς πειραματόζωα ή έγκλειστοι φυλάκων υψίστης ασφαλείας; Καταπατά στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα; Θέτει υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη δημοκρατικά κεκτημένα δεκαετιών; Συνιστά όλο αυτό χοντροκομμένη προσπάθεια επικράτησης κοινωνικού αυτοματισμού για άλλη μία φορά ναι ή όχι; Υπάρχει ή όχι συστηματικά οργανωμένη προσπάθεια στοχοποίησης μή αρεστών; Είναι όλο αυτό προσπάθεια αστυνόμευσης και φίμωσης της εκπαιδευτικής κοινότητας ή βλέπω φαντάσματα; Δεν θα το έχουμε ξαναδεί μάλλον, σωστά;

Ας είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι μια χοντροκομμένη επιχείρηση να επιβληθεί στα σχολεία μιά βαθιά αντιεκπαιδευτική νοοτροπία τύπου «Επιθεωρητή» από τα παλιά, μια άτυπη «χωροφυλακή» από εκείνους που ονειρεύονται την παλινόρθωση των πλέον σκοτεινών εποχών για τη χώρα και τη κοινωνία.

Πέραν όλων αυτών όμως, τίθενται και άλλα ερωτήματα. Αποτελεί ή όχι πνευματική ιδιοκτησία του εκπαιδευτικού το μάθημα που παραδίδει; Ο νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας για παράδειγμα αναφέρει καθαρά ότι κάθε πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του δημιουργού του. Το παραδιδόμενο μάθημα σε μία σχολική τάξη από κάθε εκπαιδευτικό επίσης δεν είναι μόνο ένα κείμενο σε ένα σχολικό εγχειρίδιο που απλά αναγιγνώσκεται για παράδειγμα αλλά το συνολικό αποτέλεσμα της διάδρασης του εκπαιδευτικού και της πνευματικής και δημιουργικής του διάνοιας με ένα ολόκληρο σύνολο διαφορετικών κειμένων, εργαλείων ή και πρωτότυπων έργων που διαπραγματεύονται την θεματική του παραδιδόμενου μαθήματος και υπό αυτήν την έννοια η διδασκαλία του κάθε εκπαιδευτικού, ο τρόπος προσέγγισης και παρουσίασης είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό και επομένως πρωτότυπο ώς πνευματική δημιουργία. Προκύπτουν λοιπόν νομικά όσο και ηθικά ζητήματα εξ’αυτού, ναι ή όχι;

Τί γίνεται όμως και με τις έννοιες της ισονομίας και ισοπολιτείας; Πώς αλήθεια νομιμοποιείται η όποια κυβέρνηση να επιχειρεί με αστείες προφάσεις περί πανδημίας να καταγράφεται η εκπαιδευτική διαδικασία όταν δεν ισχύει το ίδιο για άλλους χώρους εργαζομένων οι οποίοι είτε ασκούν εξουσία, είτε πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο για να παρέχουν μιά υπηρεσία; Γιατί να έχεις ελεύθερη πρόσβαση στο παραγόμενο έργο κάποιου εργαζόμενου επιλεκτικά αλλά να μήν έχεις πρόσβαση, είτε ώς επίσημος φορέας, είτε ώς πολίτης και σε άλλους χώρους; Γιατί θα μπορεί να έχει πρόσβαση, να ελέγχεται και εν τέλει να στοχοποιείται και να διαπομπεύεται ο δάσκαλος στην τάξη από εμένα, εσένα, το Υπουργείο και τον κάθε άσχετο καλοθελητή κυρ Παντελή που τον περιμένει περιχαρής στην γωνία αλλά όχι ο αστυνομικός στο τμήμα ή στον δρόμο ή ο δικαστής και ο εφοριακός στο γραφείο του; Τί διαφορετικό υπάρχει εδώ; Η αξιολόγηση μήπως; Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται στη θέση που βρίσκεται έχοντας περάσει από πολλές αξιολογήσεις. Αξιολογήθηκε για να εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο, αξιολογήθηκε για να καταφέρει να πάρει τα πτυχία του, αξιολογήθηκε από τον ΑΣΕΠ για να προσληφθεί, αξιολογείται καθημερινά από τους μαθητές, τους γονείς, τους συναδέλφους και τους ανωτέρους του και επιμορφώνεται και αξιολογείται ανελλιπώς πάνω στην επιστήμη του με πολλές δεκάδες μετεκπαιδεύσεις, σεμινάρια, συνέδρια κάθε χρόνο. Κανείς εκπαιδευτικός δεν φοβάται την αξιολόγηση. Απεναντίας την επιδιώκει. Κανείς όμως δεν είναι διατεθιμένος να αποδεχθεί την αστυνόμευση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και να αποτελέσει τον σάκο του μπόξ στο πεδίο του κοινωνικού αυτοματισμού του όποιου κοινωνιοπαθή θέλει τον δάσκαλο άβουλο, φοβισμένο και με σκυμμένο το κεφάλι ή του οποιουδήποτε διακατέχεται από μένος απέναντι στον εκπαιδευτικό και προσπαθεί συστηματικά επί χρόνια να απαξιώσει το έργο και την επιστημονική του κατάρτιση.

Ποιός είναι τελικά ο στόχος λοιπόν; Γιατί τόση πρεμούρα με τους εκπαιδευτικούς; Μα για την ταμπακιέρα φυσικά. Ποιά είναι αυτή; O Ανδρέας Λοβέρδος του Κινάλ το είπε ξεκάθαρα πάντως σε συνέντευξή του ότι η κάμερα «επιτρέπει να διαμορφώνουμε γνώμη για το πώς κάνει μάθημα ο Α, ο Β ή ο Γ». Ο Big Brother στα σχολεία. Με άλλα λόγια η αστυνόμευση και τελικά η αίσθηση ανελευθερίας στον χώρο που κατεξοχήν θα πρέπει να παράγει ελεύθερα πνεύματα και σκεπτόμενους αυριανούς πολίτες. Η τέλεια συνταγή για ένα δυστοπικό και απολυταρχικό μέλλον.

Αστυνόμευση. Άν όμως θέλεις αστυνόμευση του εκπαιδευτικού με πρόσχημα π.χ. το ότι ο δημόσιος εκπαιδευτικός πληρώνεται από το δημόσιο ταμείο για να προσφέρει μία υπηρεσία τότε να είσαι έτοιμος να αποδεχθείς αστυνόμευση και κάμερα παντού. Κάμερα λοιπόν όπου λαμβάνονται αποφάσεις στο όνομα των πολιτών και γίνονται τα διάφορα deals. Κάμερα σε κλειστά γραφεία ΠΘ, Υπουργών, βουλευτών και λοιπών παρατρεχάμενων. Κάμερα στα γραφεία όποιου κατέχει θέση εξουσίας και πληρώνεται από το κράτος για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο όπως δικαστές, αστυνομικοί, εφοριακοί κ.λ.π. Ο εκπαιδευτικός δεν φοβάται καμία κάμερα. Απαιτεί όμως ισονομία και ισοπολιτεία. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι πολίτης Β κατηγορίας και δεν πρόκειται να αποδεχθεί αυτόν τον ρόλο γιατί είναι ελεύθερος άνθρωπος πρώτα για να μπορεί στην συνέχεια να εμπνεύσει ελεύθερους και δημοκρατικούς αυριανούς πολίτες.

Ο στόχος της κυβέρνησης είναι προφανής, όπως και η διαχρονική ψυχική ανάγκη του υπερσυντηρητισμού και της κάθε εξουσίας να αστυνομεύει και να στοχοποιεί όποιον απαιτεί τα αυτονόητα. Θα το επιτρέψουμε;