Τα “απόνερα” της συμφωνίας Τσίπρα-Ιερώνυμου:Τι ισχύει για τους ιερείς και την εκκλησιαστική περιουσία

Στην επόμενη ημέρα κοιτάζουν Εκκλησία, κυβέρνηση, αντιπολίτευση και ιερείς μετά τη συμφωνία Τσίπρα-Ιερώνυμου για τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, την οποία πρώτο αποκάλυψε το iefimerida.gr.

Κάποιοι μιλούν για χρυσό deal, άλλοι για ιερό πόλεμο και ετοιμάζουν κινητοποιήσεις, ενώ οι δύο πλευρές παρουσιάζουν η κάθε μία από την πλευρά της τα θετικά της συμφωνίας στην οποία προχώρησαν.

Τι σημαίνει όμως πρακτικά η συμφωνία;

Οι ιερείς λοιπόν δεν θα είναι πλέον δημόσιοι υπάλληλοι και δεν θα πληρώνονται από το κράτος, αλλά η Εκκλησία θα λαμβάνει ισόποσο της μισθοδοσίας τους ποσό από το κράτος και στη συνέχεια θα καταβάλλει τους μισθούς στους κληρικούς.

Πρακτικά, αυτό «βολεύει» και τις δύο πλευρές, αφού από τη μία μειώνεται το Δημόσιο κατά 10.000 υπαλλήλους (τόσοι είναι οι ιερείς), κάτι που ευνοεί το αριστερό προφίλ του πρωθυπουργού. Από την άλλη πλευρά, και ο Αρχιεπίσκοπος ευνοείται από αυτή την εξέλιξη, αφού παγιώνει τα χρήματα που απαιτούνται για τη μισθοδοσία των ιερέων.

Και η συμφωνία για τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας φαίνεται να ευνοεί και τις δύο πλευρές. Στο νέο Ταμείο, πέραν όσων περιελάμβανε ο προηγούμενος νόμος, μπαίνουν και οι αμφισβητούμενες ανάμεσα στο ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία περιουσίες.

Ουσιαστικά, οι δύο πλευρές παραιτούνται των αξιώσεων στις αμφισβητούμενες περιοχές και πάνε στη συνεκμετάλλευσή τους στο νέο Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας. Η ρύθμιση αυτή αποτελούσε και πάγια διεκδίκηση της Εκκλησίας, την ίδια ώρα που θα μπορεί και το Δημόσιο να λέει ότι κάτι κερδίζει από την όλη ρύθμιση.

Αναλυτικά οι δηλώσεις του Πρωθυπουργου:

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, κύριο Ιερώνυμο, καθώς και την ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους συνεργάτες του, που είχαμε σήμερα την ευκαιρία να έχουμε μία πάρα πολύ ουσιαστική, εποικοδομητική και δημιουργική θα έλεγα συνάντηση.

Θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε Μακαριότατε, να ξεκινήσω λέγοντας ότι αυτή η συνάντηση είναι το επιστέγασμα ενός διαλόγου ο οποίος έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό, εδώ και χρόνια, τόσο μεταξύ ημών όσο, όμως, και μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.

Και ο βασικός στόχος, η κοινή βούληση, η κοινή θέληση είναι να αντιμετωπίσουμε ιστορικές εκκρεμότητες που εμποδίζουν την ορθή λειτουργία, τον εξορθολογισμό, αν θέλετε καλύτερα να πω την έκφραση, των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους. Ιστορικές εκκρεμότητες που πολλές φορές δημιουργούν κλίμα αντιπαλότητας ή και εκατέρωθεν καχυποψίας. Να αντιμετωπίσουμε λοιπόν και να ξεπεράσουμε τις εκκρεμότητες χωρίς να τις κρύβουμε, να προσπαθούμε να κρύψουμε τις εκκρεμότητες αυτές, αλλά, προσπαθώντας να βρούμε  έναν δημιουργικό τρόπο τόσο για την υπέρβασή τους όσο και για τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα δώσουν τη δυνατότητα να έχουμε μία ώθηση προς τα εμπρός.

Μία ώθηση προς τα εμπρός σε ό, τι αφορά τη δυνατότητα της Εκκλησίας της Ελλάδας να έχει τη δική της οικονομική αυτοδυναμία και οικονομική αυτονομία, αλλά και της Πολιτείας να μπορεί να στηρίζει το έργο της έχοντας διακριτούς ρόλους.

Σήμερα, λοιπόν, είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι μετά από έναν πολυετή, όπως είπα πιο πριν, αλλά και ειλικρινή διάλογο με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και την Εκκλησία της Ελλάδας βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλαίσιο θα έλεγα Συμφωνίας. Αλλά, μία Συμφωνία την οποία θα μου επιτρέψετε να χαρακτηρίσω ιστορικού χαρακτήρα. Και το λέω αυτό όχι μόνο γιατί επιλύει εκκρεμότητες πολλών δεκαετιών, που έχουν ανακύψει από τη δεκαετία του ’20, αλλά, κυρίως, διότι είναι μία Συμφωνία προς όφελος και των δύο πλευρών.

Θα ήθελα λοιπόν, πριν  οποιοδήποτε άλλο σχόλιο, να μου επιτρέψετε να διαβάσω το Κοινό Ανακοινωθέν Εκκλησίας-Πολιτείας, στο οποίο καταλήξαμε σήμερα και το οποίο εκφράζει τόσο το αποτέλεσμα του μέχρι σήμερα διαλόγου μας όσο και τις προθέσεις μας για το πλαίσιο στο οποίο προτιθέμεθα να κινηθούμε στο άμεσο μέλλον, στον βαθμό βεβαίως που τόσο η Ιεραρχία όσο και το Υπουργικό Συμβούλιο που θα συγκληθούν για να εγκρίνουν αυτό το πλαίσιο, το εγκρίνουν και δώσουν το έναυσμα για να προχωρήσουμε περαιτέρω  στις απαραίτητες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Μετά από έναν πολυετή, αναλυτικό και ειλικρινή διάλογο μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, διάλογο ο οποίος διεξήχθη σε κλίμα κατανόησης και σεβασμού, έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε συναινετικές και αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς πρωτοβουλίες που αφορούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων μας.

Στόχος μας είναι να θέσουμε το πλαίσιο διευθέτησης και επίλυσης ιστορικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να ενισχύσουμε την αυτονομία της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Κράτους, αναγνωρίζοντας την προσφορά και τον ιστορικό της ρόλο στη γέννηση και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Για τον λόγο αυτό, εκφράζουμε σήμερα την πρόθεσή μας να καταλήξουμε σε μια ιστορική Συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα πάρει τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και πιο συγκεκριμένα προτείνουμε τα εξής:

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.
  2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.
  3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
  4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
  5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.
  6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.
  7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.
  9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
  10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.
  11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.
  12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
  13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.
  14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.
  15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.