Τα ιερά δάση των χωριών του Ζαγορίου και της Κόνιτσας σε έκδοση του ΥΠ.ΠΟ.Α για την αϋλη πολιτιστική κληρονομιά

Nodus - Κατασκευή Ιστοσελίδων & E-shop, Digital Marketing - Προώθηση στα Social Media

Η πολύ σπουδαία έρευνα, για τα ιερά δάση των χωριών του Ζαγορίου και της Κόνιτσας,  μέσα από το πρόγραμμα «Θαλής» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με τη συνεργασία 38 επιστημόνων (ανάμεσά τους και η Ζαγορίσια Ερευνήτρια Πολιτισμικής Οικολογίας, Εργαστήριο Οικολογίας, Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Καλλιόπη Στάρα) από διαφορετικά πανεπιστήμια και ειδικότητες, αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο για την περιοχή.

Τα δάση αυτά  που εντάχθηκαν στο δίκτυο των Ιερών Φυσικών Περιοχών του πλανήτη (Sacred Natural Sites) ως μοναδικά παραδείγματα επιτυχημένης περιβαλλοντικής διαχείρισης μέσω παρεμβάσεων συνδεδεμένων με τη θρησκεία και από το 2014 στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτισμικής Κληρονομιάς της UNESCO, έχουν συμπεριληφθεί και σε πρόσφατη έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού για την αϋλη πολιτιστική κληρονομιά. Το κείμενο που ακολουθεί φιλοξενείται στις σελίδες 85 και 86 της έκδοσης μαζί με φωτογραφικό υλικό.

StaraK_Photo-42-768x508

Τα ιερά δάση (βακούφικα) είναι δάση που διαχειρίζεται μια κοινότητα ως προστατευμένη περιοχή. Ένα δάσος μπορούσε να χαρακτηριστεί ιερό αν αφιερωνόταν σε μια εντός των ορίων του εκκλησία είτε στην κεντρική εκκλησία της κοινότητας. Κοντά στα περισσότερα χωριά του Ζαγορίου και της Κόνιτσας διατηρείται ένα ιερό δάσος.

Συνήθως δεν αποτελούν εκκλησιαστική περιουσία, αλλά κοινοτικές ή δημόσιες εκτάσεις. Ωστόσο, οι κάτοικοι αναγνωρίζουν την εκκλησία ως εθιμικό διαχειριστή τους. Συχνά στα όριά τους περιλαμβάνονται φυσικοί πόροι που η κοινότητα διαφυλάττει, επειδή είναι σημαντικοί για την επιβίωσή της.

Ακόμη συχνότερα, προφυλάσσουν τους οικισμούς από φυσικές καταστροφές.

Τα ιερά δάση συχνά προστατεύουν οικισμούς από κατολισθητικά φαινόμενα.

Στο παρελθόν λειτουργούσαν και ως δάση αποθεματικά, δίνοντας τροφή (αείφυλλα πουρνάρια) στα σταβλισμένα ζώα κάθε οικογένειας σε περιόδους σφοδρών παρατεταμένων χιονοπτώσεων.

Σε τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις κοινοτικές αποφάσεις όριζαν τη διαχείριση, ενώ τα οφέλη καρπωνόταν η Εκκλησία.

Τα ιερά δάση διατηρούνται, καθώς οι κάτοικοι των παρακείμενων οικισμών αποφεύγουν τις καρπώσεις σε αυτά ή την κοπή των δέντρων τους από τον φόβο της τιμωρίας από υπερφυσικές δυνάμεις.

Δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις αφορισμένων δασών. Ο αφορισμός και οι συνέπειές του (αποκλεισμός από την κοινωνία και τα μυστήρια της Εκκλησίας, κοινωνικός  στιγματισμός και η αιώνια κόλαση) ήταν απειλή για κάθε επίδοξο παραβάτη.

Αν και σε άλλες περιοχές οι ιεροί τόποι συνδέονται με ιεροπραξίες,

στην Ήπειρο τέτοιες πρακτικές δεν έχουν καταγραφεί. Πολλά, ωστόσο, ιερά δάση παραδίδονται μαζί με τις εκκλησίες τους ως εκδηλώσεις θεοφανείας, όπως η εύρεση εικόνας που μετακινείται κάθε βράδυ σε συγκεκριμένο χώρο ή εμφανίζεται στα όνειρα χωριανών μέχρι να θεμελιωθεί σε συγκεκριμένο σημείο η εκκλησία της. Σύμφωνα με αφηγήσεις, συχνές ήταν οι συνέπειες των απαγορευμένων καρπώσεων στα ιερά δάση, όπως η εμφάνιση των υπερφυσικών φυλάκων τους ή των απεσταλμένων τους, στιγμιαία μαρμαρώματα, ατυχήματα η ετεροχρονισμένες σοβαρές ασθένειες, αιφνίδιοι θάνατοι, ακόμα και αφορισμοί.

Οι γηραιότεροι κάτοικοι των χωριών του Ζαγορίου και της Κόνιτσας

πιστεύουν στη δύναμη των ιερών δασών και θεωρούν την ύπαρξή τους απαραίτητη για λόγους πρακτικούς (προστασία από κατολισθητικά φαινόμενα), πνευματικούς (σύνδεση της μοίρας των οικισμών με την απόδοση ή μη σεβασμού στα ιερά δάση) και αισθητικούς (τόποι αναψυχής).

Ωστόσο, εσωτερικοί μετανάστες, που επιστρέφουν στα χωριά ως συνταξιούχοι, «οι μορφωμένοι» ή οι νεότεροι, αποποιούνται τις αντιλήψεις αυτές και αναγνωρίζουν την ανάγκη διατήρησης των ιερών δασών αποκλειστικά από σεβασμό προς τη φύση και την τοπική ιστορία.

Η ηλικία των δέντρων των ιερών δασών ποικίλλει από 250 έως 400 έτη. Χρονολογούνται δηλαδή πριν από το 1750, όταν οι αφορισμοί, τουλάχιστον στο Ζαγόρι, ήταν αρκετά συχνοί για την επίλυση θεμάτων οικονομικής ή κοινωνικής φύσης. Συχνά, δάση αφιερωμένα αρχικά στην κεντρική εκκλησία αργότερα αφορίζονταν ως αόριστη απειλή για κάθε επίδοξο παραβάτη.

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, δασικές αστυνομικές διατάξεις όρισαν τις επιτρεπόμενες και μη χρήσεις. Ωστόσο, στη συνείδηση των ανθρώπων ο μεγαλύτερος φόβος ήταν εκείνος του άγου-τιμωρού και υπερφυσικού φύλακα του δάσους και όχι του αγροφύλακα.

Με τη μεταφορά της εξουσίας στο απομακρυσμένο κέντρο, ιδίως

μετά την Απελευθέρωση (1913), την πληθυσμιακή συρρίκνωση και την επακόλουθη εγκατάλειψη, καθώς και την απαξίωση των κοινοτικών θεσμών, δεν τηρούνται πλέον οι απαγορεύσεις ως ασυμβίβαστες με τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο.

Επιπλέον, η πληθυσμιακή συρρίκνωση μετά τον πόλεμο επέφερε την εγκατάλειψη των παραγωγικών δραστηριοτήτων και την ανάκαμψη της βλάστησης. Έτσι, οι λιγοστοί πλέον κάτοικοι δεν αναζητούσαν καύσιμη ύλη στο βακούφι, καθώς ο τόπος γέμισε αβόσκητα θαμνοτόπια και άκοπα δάση.

Πάντως, η έλλειψη εξουσίας ικανής να επιβάλει την τάξη και η αποδυνάμωση των θεσμών δεν οδήγησαν σε χαλάρωση των απαγορεύσεων και επομένως ολοκληρωτική καταστροφή των ιερών δασών. Αντίθετα, περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς αποτελούν εξαίρεση και συνεχίζουν να σχετίζονται με ιστορίες τιμωρίας επίδοξων σφετεριστών, ενισχύοντας στη συλλογική συνείδηση τη διατήρηση των ιερών δασών.